Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαμαράκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μικρό σαμάρι Βικιλεξικό
  2. μικρή υπερύψωση σε δρόμο, κάθετη στην πορεία των οχημάτων, που, είτε αποτελεί κακοτεχνία, είτε χρησιμεύει για να επιβάλλει, με έμμεσο τρόπο, τη μείωση της ταχύτητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαμαράκι < υποκοριστικό του σαμάρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαμαράκισαμαράκια
Γενική——
Αιτιατικήσαμαράκισαμαράκια
Κλητικήσαμαράκισαμαράκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →