σαμαράκι
•
- μικρό σαμάρι Βικιλεξικό
- μικρή υπερύψωση σε δρόμο, κάθετη στην πορεία των οχημάτων, που, είτε αποτελεί κακοτεχνία, είτε χρησιμεύει για να επιβάλλει, με έμμεσο τρόπο, τη μείωση της ταχύτητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαμαράκι < υποκοριστικό του σαμάρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαμαράκι | σαμαράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | σαμαράκι | σαμαράκια |
| Κλητική | σαμαράκι | σαμαράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →