σαμαροσκούτι
•
- χοντρό μάλλινο ύφασμα που τοποθετείται κάτω από το σαμάρι ή τη σέλα ή με το οποίο επενδύεται εσωτερικά το σαμάρι Βικιλεξικό
- παρωχημένούφασμα με το οποίο κατασκευάζονταν πανωφόρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαμαροσκούτι < σαμάρι + -ο- + σκουτί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαμαροσκούτι | σαμαροσκούτια |
| Γενική | σαμαροσκουτιού | σαμαροσκουτιών |
| Αιτιατική | σαμαροσκούτι | σαμαροσκούτια |
| Κλητική | σαμαροσκούτι | σαμαροσκούτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →