σαμιαμίδι
•
- ζωολογίαμικρή σαύρα της οικογένειας Gekkonidae, γνωστό για την ικανότητά του να κολλάει σε τοίχους και οροφές Βικιλεξικό
- μεταφορικάκοντός άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαμιαμίδι < μεσαιωνική ελληνική σαμαμίθιον, υποκοριστικό του σαμιάμινθος < εβραϊκή שממית (smamít)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαμιαμίδι | σαμιαμίδια |
| Γενική | σαμιαμιδιού | σαμιαμιδιών |
| Αιτιατική | σαμιαμίδι | σαμιαμίδια |
| Κλητική | σαμιαμίδι | σαμιαμίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →