σαμντάνι
•
- παρωχημένοκηροπήγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαμντάνι < οθωμανική τουρκική şamdan < περσική شمعدان (shamʻdān, "κηροπήγιο") < αραβική شمع (sham, "κηρός") + περσική دان (dān, "δοχείο")
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαμντάνι | σαμντάνια |
| Γενική | σαμντανιού | σαμντανιών |
| Αιτιατική | σαμντάνι | σαμντάνια |
| Κλητική | σαμντάνι | σαμντάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →