σαμούρι
•
- θηλαστικό ζώοη ζιμπελίνα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο δέρμα της ζιμπελίνας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαμούρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική samur < αραβική سمور (sammūr) < περσική سمور
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαμούρι | σαμούρια |
| Γενική | σαμουριού | σαμουριών |
| Αιτιατική | σαμούρι | σαμούρια |
| Κλητική | σαμούρι | σαμούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →