Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαμπαχαδάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. όμορφο τραγούδι ή σκοπός σε κλίμακα σαμπάχ Βικιλεξικό
    • και η Γεωργία η τρανή με κέφι και μεράκι, / σαμπαχαδάκι έλεγε με φίνο μπουζουκάκι (από τραγούδι σε στίχους του Δημήτρη Περδικόπουλου και μουσική Βασίλη Τσιτσάνη που ερμηνεύει η Γεωργία Μηττάκη)

Ετυμολογία

σαμπαχαδάκι < σαμπάχ + υποκοριστικό επίθημα -αδάκι < τουρκική sabah < οθωμανική τουρκική صباح (sabâh) < αραβική صباح ⁽ᵃʳ⁾ (ṣabāḥ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαμπαχαδάκισαμπαχαδάκια
Γενική——
Αιτιατικήσαμπαχαδάκισαμπαχαδάκια
Κλητικήσαμπαχαδάκισαμπαχαδάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →