Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαν

μόριο
•
  1. με ουσιαστικάδηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως Βικιλεξικό
    • Το πρωί να τρως σαν βασιλιάς, το μεσημέρι σαν πλούσιος, το βράδυ σαν φτωχός.
  2. με ουσιαστικάδηλώνει μια ιδιότητα ψευδή ή αναληθή Βικιλεξικό
    • Συμπεριφέρεται σαν μεγιστάνας.
  3. με ουσιαστικά ή επίθεταδηλώνει αιτιολογία: ως Βικιλεξικό
    • Σου τα λέω αυτά σαν φίλος.
  4. με επίθεταδηλώνει αβεβαιότητα ή πιθανότητα Βικιλεξικό
    • Σαν να λες ψέματα.
  5. σε ερωτήσειςάραγε, τάχα Βικιλεξικό
    • Για πες μου, σαν πότε σκέφτεσαι να έρθεις;
  6. σε αναφορικές παραβολικές προτάσειςδηλώνει μια μη πραγματική ιδιότητα Βικιλεξικό
    • Μιλάει σαν να ήταν ο πρωθυπουργός.
  7. σε αναφορικές παραβολικές προτάσειςδηλώνει πιθανή αιτιολογία Βικιλεξικό
    • Σταμάτησε να μιλάει σαν να κατάλαβε το λάθος που έκανε.
  8. σε ειδικές προτάσειςότι Βικιλεξικό
    • Έδειξε σαν να τον αναγνώρισε.

Ετυμολογία

σαν < μεσαιωνική ελληνική σάν < ελληνιστική κοινή ὡσάν < αρχαία ελληνική ὡς ἄν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σαν

σύνδεσμος
•
  1. όταν, αφού Βικιλεξικό
    • σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη... (Καβάφης)
  2. μόλις Βικιλεξικό
    • χαμογέλασες αμήχανα, σαν με είδες
  3. όποτε, κάθε φορά που... Βικιλεξικό
    • θλίβομαι σαν μου φωνάζεις

Ετυμολογία

σαν < μεσαιωνική ελληνική σάν < ελληνιστική κοινή ὡσάν < αρχαία ελληνική ὡς ἄν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →