σαν
•
- με ουσιαστικάδηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως Βικιλεξικό
- Το πρωί να τρως σαν βασιλιάς, το μεσημέρι σαν πλούσιος, το βράδυ σαν φτωχός.
- με ουσιαστικάδηλώνει μια ιδιότητα ψευδή ή αναληθή Βικιλεξικό
- Συμπεριφέρεται σαν μεγιστάνας.
- με ουσιαστικά ή επίθεταδηλώνει αιτιολογία: ως Βικιλεξικό
- Σου τα λέω αυτά σαν φίλος.
- με επίθεταδηλώνει αβεβαιότητα ή πιθανότητα Βικιλεξικό
- Σαν να λες ψέματα.
- σε ερωτήσειςάραγε, τάχα Βικιλεξικό
- Για πες μου, σαν πότε σκέφτεσαι να έρθεις;
- σε αναφορικές παραβολικές προτάσειςδηλώνει μια μη πραγματική ιδιότητα Βικιλεξικό
- Μιλάει σαν να ήταν ο πρωθυπουργός.
- σε αναφορικές παραβολικές προτάσειςδηλώνει πιθανή αιτιολογία Βικιλεξικό
- Σταμάτησε να μιλάει σαν να κατάλαβε το λάθος που έκανε.
- σε ειδικές προτάσειςότι Βικιλεξικό
- Έδειξε σαν να τον αναγνώρισε.
Ετυμολογία
σαν < μεσαιωνική ελληνική σάν < ελληνιστική κοινή ὡσάν < αρχαία ελληνική ὡς ἄν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →