σαν στυμμένη λεμονόκουπα
•
- αφού εκμεταλλευτώ κάποιον, δείχνω αχαριστία, τον αγνοώ (συνήθως προηγείται το ρήμα πετάω) Βικιλεξικό
- του μαγείρευα, του έπλενα, και μετά από πέντε χρόνια, με πέταξε σα στυμμένη λεμονόκουπα
Ετυμολογία
→ δείτε τις λέξεις σαν, στυμμένος και λεμονόκουπα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →