Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σανίδωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σανιδώνω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σανιδώνω Βικιλεξικό
  3. νεολογισμός: λαϊκότροποη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σανιδώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σανίδωμα < σανιδώ(νω) + -μα < (ελληνιστική κοινή) / σανιδῶ < αρχαία ελληνική σανίς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσανίδωμασανιδώματα
Γενικήσανιδώματοςσανιδωμάτων
Αιτιατικήσανίδωμασανιδώματα
Κλητικήσανίδωμασανιδώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →