σανδαλοποιός
•
- επάγγελμαο κατασκευαστής σανδαλιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σανδαλοποιός < σανδάλ(ι) + -ο- + -ποιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σανδαλοποιός | σανδαλοποιοί |
| Γενική | σανδαλοποιού | σανδαλοποιών |
| Αιτιατική | σανδαλοποιό | σανδαλοποιούς |
| Κλητική | σανδαλοποιέ | σανδαλοποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →