σανιδάδικο
•
- εργαστήριο όπου κατασκευάζονται σανίδες ή κατάστημα πώλησής τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σανιδάδικο < σανίδ(α) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σανιδάδικο | σανιδάδικα |
| Γενική | σανιδάδικου | σανιδάδικων |
| Αιτιατική | σανιδάδικο | σανιδάδικα |
| Κλητική | σανιδάδικο | σανιδάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →