σανιδόσκαλα
•
- σκάλα από σανίδια Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςκινητή σκάλα (ή απλή πρόχειρη σανίδα) επιβίβασης επιβατών σε πλοίο ή αποβίβασής τους Βικιλεξικό
- Να σταθείς λοιπόν κοντά στη σανιδόσκαλα, να τους αναγνωρίζεις και να τους παραλαμβάνεις, αναγκάζοντάς τους να επιβιβάζονται γυμνοί. (*)
Ετυμολογία
σανιδόσκαλα < σανίδ(α) + -ό- + σκάλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σανιδόσκαλη | σανιδόσκαλες |
| Γενική | σανιδόσκαλης | σανιδόσκαλων |
| Αιτιατική | σανιδόσκαλη | σανιδόσκαλες |
| Κλητική | σανιδόσκαλη | σανιδόσκαλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →