Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σανιδόσκαλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σκάλα από σανίδια Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςκινητή σκάλα (ή απλή πρόχειρη σανίδα) επιβίβασης επιβατών σε πλοίο ή αποβίβασής τους Βικιλεξικό
    • Να σταθείς λοιπόν κοντά στη σανιδόσκαλα, να τους αναγνωρίζεις και να τους παραλαμβάνεις, αναγκάζοντάς τους να επιβιβάζονται γυμνοί. (*)

Ετυμολογία

σανιδόσκαλα < σανίδ(α) + -ό- + σκάλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσανιδόσκαλησανιδόσκαλες
Γενικήσανιδόσκαληςσανιδόσκαλων
Αιτιατικήσανιδόσκαλησανιδόσκαλες
Κλητικήσανιδόσκαλησανιδόσκαλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →