σαντέζα
•
- παρωχημένοτραγουδίστρια σε κέντρο νυχτερινής διασκέδασης Βικιλεξικό
- Κατέφυγε στην Πόλυ, μια σαντέζα του παριλίσσιου καφέ σαντάν, φιλενάδα της μακαρίτισσας της μάνας του. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, (Αθήνα: Καστανιώτης, 2009), σελ. 60)
Ετυμολογία
σαντέζα < (λόγιο δάνειο) γαλλική chanteuse + κατάληξη θηλυκού -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαντέζα | σαντέζες |
| Γενική | σαντέζας | — |
| Αιτιατική | σαντέζα | σαντέζες |
| Κλητική | σαντέζα | σαντέζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →