σαντούρι
•
- μουσικό όργανοανατολίτικο έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με δύο λεπτές ράβδους (μπαγκέτες) Βικιλεξικό
- —Ζορμπά … Θα τρώμε και θα πίνουμε μαζί. Κι ύστερα θα παίζεις σαντούρι. —Αν έχω κέφι, ακούς; Αν έχω κέφι. Να σου δουλεύω όσο θες σκλάβος σου! Μα το σαντούρι είναι άλλο πράμα. Είναι θεριό, θέλει λευτεριά. Αν έχω κέφι, θα παίζω· θα τραγουδώ κιόλα. Και θα χορεύω.... (Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, 1946)
- Ο παππούς πρόσθετε ότι «οι βλάχοι και οι πρόσφυγες από την Τουρκίαν συχνάζουν εις κατώτερον είδος διασκεδαστηρίων, εις τα λεγόμενα «καφέ αμάν», όπου, το λέγει η λέξις, ακούγονται αμανέδες - Αμάν Μέμο, Κουζούμ, Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ, Μέμο! Εβλιάτ, Μέμο! - με υπόκρουσιν σαντουρίου, φλαούτου και κλαρίνου (Τριανταφύλλου Σώτη, Το τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη οδό, εκδ. Πατάκης, 2025)
Ετυμολογία
σαντούρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική santur < περσική سنتور
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαντούρι | σαντούρια |
| Γενική | σαντουριού | σαντουριών |
| Αιτιατική | σαντούρι | σαντούρια |
| Κλητική | σαντούρι | σαντούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →