σανός
•
- ξεραμένα χόρτα (τριφύλλι, βρόμη κ.ά.), που θερίζονται πριν φτάσουν στην ωρίμανση και αποθηκεύονται για ζωοτροφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σανός < σλαβικής προέλευσης seno < πρωτοσλαβική *sěno (πβ. βουλγαρικά: сено)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σανός | σανοί |
| Γενική | σανού | σανών |
| Αιτιατική | σανό | σανούς |
| Κλητική | σανέ | σανοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →