σαξ
•
- το έντονα γαλάζιο χρώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαξ < (λόγιο δάνειο) γαλλική Saxe (Σαξονία) < παλαιά γαλλική Saxon < λατινική Saxo < δυτική πρωτογερμανική *sahsō (σαξ) < *sahs (στιλέτο, μαχαίρι) < πρωτογερμανική *sahsą < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sek- (κόβω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →