σαπίλα
•
- κυριολεκτικάη κατάσταση και η ιδιότητα του σάπιου Βικιλεξικό
- μεταφορικάσήψη και διαφθορά σε ηθικό επίπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαπίλα < σάπ(ιος) + -ίλα < μεσαιωνική ελληνική σάπιος < σαπίζω < αρχαία ελληνική σήπομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαπίλα | σαπίλες |
| Γενική | σαπίλας | — |
| Αιτιατική | σαπίλα | σαπίλες |
| Κλητική | σαπίλα | σαπίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →