σαπροπηλικός
•
- γεωλογίαπου σχετίζεται με τον σαπροπηλό ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαπροπηλικός (νεολογισμός) < σαπροπηλ(ός) + -ικός. Μορφολογικά αναλύεται σε σαπρ(ός) + -ο- + πηλ(ός) + -ικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαπροπηλικός | σαπροπηλική | σαπροπηλικό |
| Γενική | σαπροπηλικού | σαπροπηλικής | σαπροπηλικού |
| Αιτιατική | σαπροπηλικό | σαπροπηλική | σαπροπηλικό |
| Κλητική | σαπροπηλικέ | σαπροπηλική | σαπροπηλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαπροπηλικοί | σαπροπηλικές | σαπροπηλικά |
| Γενική | σαπροπηλικών | σαπροπηλικών | σαπροπηλικών |
| Αιτιατική | σαπροπηλικούς | σαπροπηλικές | σαπροπηλικά |
| Κλητική | σαπροπηλικοί | σαπροπηλικές | σαπροπηλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →