Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαπροπηλικός

/sa.pɾo.pi.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαπου σχετίζεται με τον σαπροπηλό ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαπροπηλικός (νεολογισμός) < σαπροπηλ(ός) + -ικός. Μορφολογικά αναλύεται σε σαπρ(ός) + -ο- + πηλ(ός) + -ικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαπροπηλικόςσαπροπηλικήσαπροπηλικό
Γενικήσαπροπηλικούσαπροπηλικήςσαπροπηλικού
Αιτιατικήσαπροπηλικόσαπροπηλικήσαπροπηλικό
Κλητικήσαπροπηλικέσαπροπηλικήσαπροπηλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαπροπηλικοίσαπροπηλικέςσαπροπηλικά
Γενικήσαπροπηλικώνσαπροπηλικώνσαπροπηλικών
Αιτιατικήσαπροπηλικούςσαπροπηλικέςσαπροπηλικά
Κλητικήσαπροπηλικοίσαπροπηλικέςσαπροπηλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →