Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαπφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη Σαπφώ Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσχετικός με τη γυναικεία ομοφυλοφυλία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαπφικός < Σαπφώ + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαπφικόςσαπφικήσαπφικό
Γενικήσαπφικούσαπφικήςσαπφικού
Αιτιατικήσαπφικόσαπφικήσαπφικό
Κλητικήσαπφικέσαπφικήσαπφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαπφικοίσαπφικέςσαπφικά
Γενικήσαπφικώνσαπφικώνσαπφικών
Αιτιατικήσαπφικούςσαπφικέςσαπφικά
Κλητικήσαπφικοίσαπφικέςσαπφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →