σαπωνοποιώ
•
- κάνω σαπούνια Βικιλεξικό
- για πτώματααποσυντίθεμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαπωνοποιώ < σάπων + -ο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαπωνοποιώ | σαπωνοποιείς | σαπωνοποιεί | σαπωνοποιούμε | σαπωνοποιείτε | σαπωνοποιούν / σαπωνοποιούνε |
| Παρατατικός | σαπωνοποιούσα | σαπωνοποιούσες | σαπωνοποιούσε | σαπωνοποιούσαμε | σαπωνοποιούσατε | σαπωνοποιούσαν / σαπωνοποιούσανε |
| Αόριστος | σαπωνοποίησα | σαπωνοποίησες | σαπωνοποίησε | σαπωνοποιήσαμε | σαπωνοποιήσατε | σαπωνοποίησαν / σαπωνοποιήσαν / σαπωνοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα σαπωνοποιήσω / θα σαπωνοποιώ | θα σαπωνοποιήσεις / θα σαπωνοποιείς | θα σαπωνοποιήσει / θα σαπωνοποιεί | θα σαπωνοποιήσουμε / θα σαπωνοποιούμε | θα σαπωνοποιήσετε / θα σαπωνοποιείτε | θα σαπωνοποιήσουν / θα σαπωνοποιήσουνε / θα σαπωνοποιούν / θα σαπωνοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω σαπωνοποιήσει | έχεις σαπωνοποιήσει | έχει σαπωνοποιήσει | έχουμε σαπωνοποιήσει | έχετε σαπωνοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαπωνοποιήσει | είχες σαπωνοποιήσει | είχε σαπωνοποιήσει | είχαμε σαπωνοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαπωνοποιήσει / να σαπωνοποιήσω / να σαπωνοποιώ | να έχεις σαπωνοποιήσει / να σαπωνοποιήσεις / να σαπωνοποιείς | να έχει σαπωνοποιήσει / να σαπωνοποιήσει / να σαπωνοποιεί | να έχουμε σαπωνοποιήσει / να σαπωνοποιήσουμε / να σαπωνοποιούμε | να έχετε σαπωνοποιήσει / να σαπωνοποιήσετε / να σαπωνοποιείτε | να σαπωνοποιήσουν / να σαπωνοποιήσουνε / να σαπωνοποιούν / να σαπωνοποιούνε |
| Προστακτική | — | σαπωνοποίει / σαπωνοποίησε | — | — | σαπωνοποιήστε / σαπωνοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →