σαράι
•
- μεγαλοπρεπές κτήριο, παλάτι, για σουλτάνο ή πασά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαράι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαράι < τουρκική saray < περσική سرای (sarây)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαράι | σαράγια |
| Γενική | σαραγιού | σαραγιών |
| Αιτιατική | σαράι | σαράγια |
| Κλητική | σαράι | σαράγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →