σαράκι
•
- σκώρος Βικιλεξικό
- μαράζι, θλίψη Βικιλεξικό
- Το σαράκι αντίς να την τρώει την έτρεφε - είχε γίνει δυο φορές πιο παχιά. (Μένης Κουμανταρέας, Το λουτρό)
Ετυμολογία
σαράκι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαράκι | σαράκια |
| Γενική | σαρακιού | σαρακιών |
| Αιτιατική | σαράκι | σαράκια |
| Κλητική | σαράκι | σαράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →