σαράφικος
•
- σχετικός με το σαράφη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαράφικος < σαράφης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαράφικος | σαράφικη | σαράφικο |
| Γενική | σαράφικου | σαράφικης | σαράφικου |
| Αιτιατική | σαράφικο | σαράφικη | σαράφικο |
| Κλητική | σαράφικε | σαράφικη | σαράφικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σαράφικοι | σαράφικες | σαράφικα |
| Γενική | σαράφικων | σαράφικων | σαράφικων |
| Αιτιατική | σαράφικους | σαράφικες | σαράφικα |
| Κλητική | σαράφικοι | σαράφικες | σαράφικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →