σαρίκι
•
- γενικότεραυφασμάτινο κάλυμμα της κεφαλής ανδρών με μορφή λωρίδας που τυλίγεται το οποίο απαντά κατά κανόνα στους Άραβες και σε λαούς της ανατολής (όπως λ.χ. οι Ινδοί) Βικιλεξικό
- ειδικότεραλεπτό και λευκό ύφασμα που τυλίγουν γύρω από το φέσι τους οι μουσουλμάνοι ιερείς ή αξιωματούχοι Βικιλεξικό
- ...παρά το μόνον που απέμενεν ως κέρδος ήταν η δυνατότητα να αφηγούνται κομπορρήμονες αὐτοὶ «παλικαράδες» τὰς σκιαμαχίας των τάχα μετὰ τῶν ὀπτασιῶν πού, ἂν καὶ ἄϋλοι, ἔφερον ἀπαραιτήτως πλουμιστὰ σαρίκια καὶ ἀστραφτερά γιαταγάνια (Ευγένιος Αρανίτσης, Ιστορίες που άρεσαν σε μερικούς ανθρώπους που ξέρω, εκδ. Ίκαρος, 1995, σελ. 44)
- ειδικότεραμαύρο ή άσπρο παραδοσιακό κρητικό μαντίλι με το οποίο τύλιγαν το κρητικό φεσάκι ή το έριχναν στους ώμους Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςτο ξαρτόδεμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαρίκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική sarık
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαρίκι | σαρίκια |
| Γενική | σαρικιού | σαρικιών |
| Αιτιατική | σαρίκι | σαρίκια |
| Κλητική | σαρίκι | σαρίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →