σαρανταπεντάρι
•
- οικείο45 μονάδες από κάτι (ευρώ κ.λπ.) Βικιλεξικό
- πιστόλι διαμέτρου περίπου 45 εκατοστών της ίντσας (0,452 της ίντσας) Βικιλεξικό
- μουσικήμικρός δίσκος βινυλίου 45 στροφών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαρανταπεντάρι < σαράντα πέντε + -άρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαρανταπεντάρι | σαρανταπεντάρια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | σαρανταπεντάρι | σαρανταπεντάρια |
| Κλητική | σαρανταπεντάρι | σαρανταπεντάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →