σαρανταρίζω
•
- φτάνω στην ηλικία των σαράντα ετών, αρχίζω να διανύω την πέμπτη δεκαετία της ζωής μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαρανταρίζω < σαραντάρης + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαρανταρίζω | σαρανταρίζεις | σαρανταρίζει | σαρανταρίζουμε | σαρανταρίζετε | σαρανταρίζουν / σαρανταρίζουνε |
| Παρατατικός | σαραντάριζα | σαραντάριζες | σαραντάριζε | σαρανταρίζαμε | σαρανταρίζατε | σαραντάριζαν / σαρανταρίζαν / σαρανταρίζανε |
| Αόριστος | σαραντάρισα | σαραντάρισες | σαραντάρισε | σαρανταρίσαμε | σαρανταρίσατε | σαραντάρισαν / σαρανταρίσαν / σαρανταρίσανε |
| Μέλλοντας | θα σαρανταρίζω / θα σαρανταρίσω | θα σαρανταρίζεις / θα σαρανταρίσεις | θα σαρανταρίζει / θα σαρανταρίσει | θα σαρανταρίζουμε / θα σαρανταρίσουμε | θα σαρανταρίζετε / θα σαρανταρίσετε | θα σαρανταρίζουν / θα σαρανταρίζουνε / θα σαρανταρίσουν / θα σαρανταρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαρανταρίσει | έχεις σαρανταρίσει | έχει σαρανταρίσει | έχουμε σαρανταρίσει | έχετε σαρανταρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαρανταρίσει | είχες σαρανταρίσει | είχε σαρανταρίσει | είχαμε σαρανταρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαρανταρίσει / να σαρανταρίζω / να σαρανταρίσω | να έχεις σαρανταρίσει / να σαρανταρίζεις / να σαρανταρίσεις | να έχει σαρανταρίσει / να σαρανταρίζει / να σαρανταρίσει | να έχουμε σαρανταρίσει / να σαρανταρίζουμε / να σαρανταρίσουμε | να έχετε σαρανταρίσει / να σαρανταρίζετε / να σαρανταρίσετε | να σαρανταρίζουν / να σαρανταρίζουνε / να σαρανταρίσουν / να σαρανταρίσουνε |
| Προστακτική | — | σαραντάριζε / σαραντάρισε | — | — | σαρανταρίζετε / σαρανταρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →