σαραφλίκι
•
- επάγγελματο επάγγελμα του σαράφη Βικιλεξικό
- το κέρδος ή η αμοιβή ενός σαράφη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαραφλίκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική sarraflık < sarraf < αραβική صراف (ṣarrāf, σαράφης) < صرف (ṣarafa). Μορφολογικά αναλύεται σε σαράφ(ης) + -λίκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαραφλίκι | σαραφλίκια |
| Γενική | σαραφλικιού | σαραφλικιών |
| Αιτιατική | σαραφλίκι | σαραφλίκια |
| Κλητική | σαραφλίκι | σαραφλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →