σαρδέλα
•
- ψάριονομασία όλων των ειδων του γένους Sardina Βικιλεξικό
- Με δυο τρεις ελιές και ντομάτα, η σαρδέλα ήταν ο συνηθισμένος μεζές του τσίπουρου. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
- μεταφορικάη κάθε γραμμή σε διακριτικό βαθμοφόρων υπαξιωματικών Βικιλεξικό
- πήρε μια σαρδέλα και νομίζει ότι έγινε κάποιος...
Ετυμολογία
σαρδέλα < ιταλική sardella, υποκοριστικό του sarda < λατινική sardina < αρχαία ελληνική σαρδίνη (αντιδάνειο) < Σαρδώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαρδέλα | σαρδέλες |
| Γενική | σαρδέλας | σαρδελών |
| Αιτιατική | σαρδέλα | σαρδέλες |
| Κλητική | σαρδέλα | σαρδέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →