Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαρκίο

/saɾˈci.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μειωτικόη ανθρώπινη ύπαρξη ως σάρκα, ως ύλη Βικιλεξικό
    • Ο Νίκος, όπως οι περισσότεροι χαρακτήρες του Κορτώ, κουβαλά με κόπο στις σελίδες το καθημαγμένο του σαρκίο αδημονώντας για τον αφανισμό του, την ακύρωση της γέννησής του…" (από τη "Βιβλιοθήκη" της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 30 Ιανουαρίου 2009)
  2. κατ’ επέκτασηη ζωή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαρκίο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σαρκίον < αρχαία ελληνική σάρξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαρκίοσαρκία
Γενικήσαρκίουσαρκίων
Αιτιατικήσαρκίοσαρκία
Κλητικήσαρκίοσαρκία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →