Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαρκοφάγος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αρχαιολογίααρχαίο φέρετρο μέσα στο οποίο τοποθετούσαν τους νεκρούς Βικιλεξικό
    • Αρχαιολόγοι και υπάλληλοι του υπουργείου Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου αποκάλυψαν τα ευρήματα από την τεράστια γρανιτένια σαρκοφάγο, που πριν δύο εβδομάδες βρέθηκε ανέπαφη για 2.000 χρόνια στην περιοχή Σίντι Γκάμπερ της Αλεξάνδρειας. Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, η μυστηριώδης σαρκοφάγος θα μπορούσε να περιέχει τη σορό του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή μια θανατηφόρα κατάρα του Φαραώ, που θα σκότωνε όποιον την άνοιγε. (www.efsyn.gr, 20.07.2018)

Ετυμολογία

σαρκοφάγος< ελληνιστική κοινή σαρκοφάγος (παρόμοιασημασία) < αρχαία ελληνική σαρκοφάγος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαρκοφάγα / σαρκοφάγος / σαρκοφάγος / σαρκοφάγοσαρκοφάγες / σαρκοφάγοι / σαρκοφάγοι / σαρκοφάγα
Γενικήσαρκοφάγας / σαρκοφάγου / σαρκοφάγου / σαρκοφάγουσαρκοφάγων / σαρκοφάγων / σαρκοφάγων
Αιτιατικήσαρκοφάγα / σαρκοφάγο / σαρκοφάγο / σαρκοφάγοσαρκοφάγες / σαρκοφάγους / σαρκοφάγους / σαρκοφάγα
Κλητικήσαρκοφάγα / σαρκοφάγε / σαρκοφάγε / σαρκοφάγοσαρκοφάγες / σαρκοφάγοι / σαρκοφάγοι / σαρκοφάγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σαρκοφάγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τρέφεται (αποκλειστικά) με σάρκες, με κρέας Βικιλεξικό
  2. ζωολογίαζώο που ανήκει στην τάξη των Σαρκοφάγων Βικιλεξικό
    • οι τίγρεις είναι σαρκοφάγα ζώα

Ετυμολογία

σαρκοφάγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σαρκοφάγος < σάρξ + τρώγω (αόριστος ἔφαγον)-φάγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαρκοφάγοςσαρκοφάγα / σαρκοφάγοςσαρκοφάγο
Γενικήσαρκοφάγουσαρκοφάγας / σαρκοφάγουσαρκοφάγου
Αιτιατικήσαρκοφάγοσαρκοφάγα / σαρκοφάγοσαρκοφάγο
Κλητικήσαρκοφάγεσαρκοφάγα / σαρκοφάγεσαρκοφάγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαρκοφάγοισαρκοφάγες / σαρκοφάγοισαρκοφάγα
Γενικήσαρκοφάγωνσαρκοφάγωνσαρκοφάγων
Αιτιατικήσαρκοφάγουςσαρκοφάγες / σαρκοφάγουςσαρκοφάγα
Κλητικήσαρκοφάγοισαρκοφάγες / σαρκοφάγοισαρκοφάγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →