σασμός
•
- ιδιωματικόσυμβιβασμός, συμφωνία, συμφιλίωση Βικιλεξικό
- Σασμός, λέγεται πάν έγγραφον επί διαφιλονεικουμένων κτημάτων, άμα ως συμφωνήσωσιν οι ενδιαφερόμενοι. (A. Γ. Πασπάτης, Το χιακόν γλωσσάριον: ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα μετά τινών επιγραφών αρχαίων τε και νέων και του χάρτου της νήσου, Βιβλιοπωλείο των αδελφών Περρέ, 1888, σελ. 317)
- Στα Λιβάδια, στα γειτονικά Ανώγεια και σε άλλα κρητικά χωριά οι συμβιβασμοί που επιτυγχάνουν «μεσίτες» σαν τον Χνάρη αποκαλούνται «σασμοί» ... «Μας είχαν κλέψει πρόβατα και είχαμε παρεξηγηθεί. Μου είχανε κάμει τότε σασμό. Από τη μια κουβέντα στην άλλη άμα δεν γίνεται σασμός οι ανθρώποι μπορεί να σκοτωθούνε» (Οι συμφιλιωτές της βεντέτας στην Κρήτη, εφημερίδα Καθημερινή, 22/06/2014, https://www.kathimerini.gr/investigations/772656/oi-symfiliotes-tis-ventetas-stin-kriti/)
Ετυμολογία
σασμός < μεσαιωνική ελληνική σασμός / ἰσασμός < ελληνιστική κοινή ἰσασμός < αρχαία ελληνική ἰσάζω < ἴσος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σασμός | σασμοί |
| Γενική | σασμού | σασμών |
| Αιτιατική | σασμό | σασμούς |
| Κλητική | σασμέ | σασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →