σαστίζω
•
- εκπλήσσομαι ή ξαφνιάζομαι από κάτι και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαστίζω < (άμεσο δάνειο) τουρκική sastim < sasmak
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαστίζω | σαστίζεις | σαστίζει | σαστίζουμε | σαστίζετε | σαστίζουν / σαστίζουνε |
| Παρατατικός | σάστιζα | σάστιζες | σάστιζε | σαστίζαμε | σαστίζατε | σάστιζαν / σαστίζαν / σαστίζανε |
| Αόριστος | σάστισα | σάστισες | σάστισε | σαστίσαμε | σαστίσατε | σάστισαν / σαστίσαν / σαστίσανε |
| Μέλλοντας | θα σαστίζω / θα σαστίσω | θα σαστίζεις / θα σαστίσεις | θα σαστίζει / θα σαστίσει | θα σαστίζουμε / θα σαστίσουμε | θα σαστίζετε / θα σαστίσετε | θα σαστίζουν / θα σαστίζουνε / θα σαστίσουν / θα σαστίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαστίσει | έχεις σαστίσει | έχει σαστίσει | έχουμε σαστίσει | έχετε σαστίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαστίσει | είχες σαστίσει | είχε σαστίσει | είχαμε σαστίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαστίσει / να σαστίζω / να σαστίσω | να έχεις σαστίσει / να σαστίζεις / να σαστίσεις | να έχει σαστίσει / να σαστίζει / να σαστίσει | να έχουμε σαστίσει / να σαστίζουμε / να σαστίσουμε | να έχετε σαστίσει / να σαστίζετε / να σαστίσετε | να σαστίζουν / να σαστίζουνε / να σαστίσουν / να σαστίσουνε |
| Προστακτική | — | σάστιζε / σάστισε | — | — | σαστίζετε / σαστίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →