Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σατανικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το σατανά Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκαταχθόνιος, κακός, πονηρός, χαιρέκακος Βικιλεξικό
    • σατανική σύμπτωση: εξαιρετικά σπάνια σύμπτωση

Ετυμολογία

σατανικός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσατανικόςσατανικήσατανικό
Γενικήσατανικούσατανικήςσατανικού
Αιτιατικήσατανικόσατανικήσατανικό
Κλητικήσατανικέσατανικήσατανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσατανικοίσατανικέςσατανικά
Γενικήσατανικώνσατανικώνσατανικών
Αιτιατικήσατανικούςσατανικέςσατανικά
Κλητικήσατανικοίσατανικέςσατανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →