σατανιστικός
•
- που έχει σχέση με τον σατανισμό ή τους σατανιστές ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σατανιστικός < σατανιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σατανιστικός | σατανιστική | σατανιστικό |
| Γενική | σατανιστικού | σατανιστικής | σατανιστικού |
| Αιτιατική | σατανιστικό | σατανιστική | σατανιστικό |
| Κλητική | σατανιστικέ | σατανιστική | σατανιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σατανιστικοί | σατανιστικές | σατανιστικά |
| Γενική | σατανιστικών | σατανιστικών | σατανιστικών |
| Αιτιατική | σατανιστικούς | σατανιστικές | σατανιστικά |
| Κλητική | σατανιστικοί | σατανιστικές | σατανιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →