σατιρίζω
•
- κάνω σάτιρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σατιρίζω < γαλλική satiriser < satire < παλαιά γαλλική satire < λατινική satira < satura < satur < satis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sh₂tis (=κορεσμός, ικανοποίηση) < *seh₂- (=ικανοποιούμαι)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σατιρίζω | σατιρίζεις | σατιρίζει | σατιρίζουμε | σατιρίζετε | σατιρίζουν / σατιρίζουνε |
| Παρατατικός | σατίριζα | σατίριζες | σατίριζε | σατιρίζαμε | σατιρίζατε | σατίριζαν / σατιρίζαν / σατιρίζανε |
| Αόριστος | σατίρισα | σατίρισες | σατίρισε | σατιρίσαμε | σατιρίσατε | σατίρισαν / σατιρίσαν / σατιρίσανε |
| Μέλλοντας | θα σατιρίζω / θα σατιρίσω | θα σατιρίζεις / θα σατιρίσεις | θα σατιρίζει / θα σατιρίσει | θα σατιρίζουμε / θα σατιρίσουμε | θα σατιρίζετε / θα σατιρίσετε | θα σατιρίζουν / θα σατιρίζουνε / θα σατιρίσουν / θα σατιρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σατιρίσει | έχεις σατιρίσει | έχει σατιρίσει | έχουμε σατιρίσει | έχετε σατιρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σατιρίσει | είχες σατιρίσει | είχε σατιρίσει | είχαμε σατιρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σατιρίσει / να σατιρίζω / να σατιρίσω | να έχεις σατιρίσει / να σατιρίζεις / να σατιρίσεις | να έχει σατιρίσει / να σατιρίζει / να σατιρίσει | να έχουμε σατιρίσει / να σατιρίζουμε / να σατιρίσουμε | να έχετε σατιρίσει / να σατιρίζετε / να σατιρίσετε | να σατιρίζουν / να σατιρίζουνε / να σατιρίσουν / να σατιρίσουνε |
| Προστακτική | — | σατίριζε / σατίρισε | — | — | σατιρίζετε / σατιρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →