σατραπικός
•
- σχετικός με τον σατράπη Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυταρχικός, απολυταρχικός, τυραννικός Βικιλεξικό
- Παράγινε σατραπικός ο αρχηγός, δε νομίζετε; (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
Ετυμολογία
σατραπικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σατραπικός < σατράπ(ης) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σατραπικός | σατραπική | σατραπικό |
| Γενική | σατραπικού | σατραπικής | σατραπικού |
| Αιτιατική | σατραπικό | σατραπική | σατραπικό |
| Κλητική | σατραπικέ | σατραπική | σατραπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σατραπικοί | σατραπικές | σατραπικά |
| Γενική | σατραπικών | σατραπικών | σατραπικών |
| Αιτιατική | σατραπικούς | σατραπικές | σατραπικά |
| Κλητική | σατραπικοί | σατραπικές | σατραπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →