σαυρίδι
•
- μικρό ψάρι της Μεσογείου (Trachurus trachurus) που συναντάται στα ρηχά Βικιλεξικό
- Οι ψαράδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους με πανηγυρικό τρόπο, ίσως λόγω της ημέρας. Οι ταβλάδες γεμάτοι ψάρια κι ο κόσμος περνούσε συγκρίνοντας τις τιμές. Εκατόν σαράντα γρόσια τα σκουμπριά, που τα περισσότερα βέβαια ήταν κολιοί, εκατό οι μαρίδες, εκατόν σαράντα τα σαυρίδια, διακόσια ογδόντα οι αθερίνες, εξήντα η μία παλαμίδα, διακόσια σαράντα τα τεκίρια που τα έδιναν για μπαρμπούνια, τριακόσια σαράντα το καλκάνι. Η δυνατή φωνή ενός όμορφου ψαρά λίγο πιο κάτω την έκανε να στραφεί προς τα εκεί.
Ετυμολογία
σαυρίδι < μεσαιωνική ελληνική σαυρίδιον < σαυρίς (υποκοριστικό του σαῦρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαυρίδι | σαυρίδια |
| Γενική | σαυριδιού | σαυριδιών |
| Αιτιατική | σαυρίδι | σαυρίδια |
| Κλητική | σαυρίδι | σαυρίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →