σαυρούλα
•
- υποκοριστικό του σαύρα· μικρή σαύρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαυρούλα < σαύρ(α) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαυρούλα | σαυρούλες |
| Γενική | σαυρούλας | — |
| Αιτιατική | σαυρούλα | σαυρούλες |
| Κλητική | σαυρούλα | σαυρούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →