σαφέστερα
•
- με τρόπο που ξεκαθαρίζει κάτι καλύτερα, που το κάνει πιο ακριβές, πιο σαφές, πιο αναλυτικό, που το διασαφηνίζει περισσότερο Βικιλεξικό
- Του το εξήγησα σαφέστερα και το παιδί το κατάλαβε.
- κατ’ επέκτασηπιο αυστηρά Βικιλεξικό
- Να το πω σαφέστερα λοιπόν αφού δεν μπορείς να το καταλάβεις. Αν το ξανακάνεις, ο συνεταιρισμός μας τελειώνει ακαριαία!
Ετυμολογία
σαφέστερα < σαφώς ή με σαφή τρόπο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →