Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαφέστερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι πιο σαφής, πιο ξεκάθαρος, που συνοδεύεται πιθανά απο περισσότερες λεπτομέρειες Βικιλεξικό
  2. ευγενικός τρόπος να ζητήσει κάποιος λεπτομέρειες και σαφήνεια χωρίς να μεμφθεί το συνομιλητή του ότι υπήρξε ασαφής και γενικόλογος Βικιλεξικό
    • Θα μπορούσατε ίσως να γίνετε λίγο σαφέστερος;

Ετυμολογία

σαφέστερος < συγκριτικός βαθμός του σαφής, σαφ-έσ-τερος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαφέστεροςσαφέστερησαφέστερο
Γενικήσαφέστερουσαφέστερηςσαφέστερου
Αιτιατικήσαφέστεροσαφέστερησαφέστερο
Κλητικήσαφέστερεσαφέστερησαφέστερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαφέστεροισαφέστερεςσαφέστερα
Γενικήσαφέστερωνσαφέστερωνσαφέστερων
Αιτιατικήσαφέστερουςσαφέστερεςσαφέστερα
Κλητικήσαφέστεροισαφέστερεςσαφέστερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →