Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαφηνιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σαφήνιση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαφηνιστικός < ελληνιστική κοινή σαφηνιστικός < σαφηνιστής < αρχαία ελληνική σαφηνίζω < σαφής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαφηνιστικόςσαφηνιστικήσαφηνιστικό
Γενικήσαφηνιστικούσαφηνιστικήςσαφηνιστικού
Αιτιατικήσαφηνιστικόσαφηνιστικήσαφηνιστικό
Κλητικήσαφηνιστικέσαφηνιστικήσαφηνιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαφηνιστικοίσαφηνιστικέςσαφηνιστικά
Γενικήσαφηνιστικώνσαφηνιστικώνσαφηνιστικών
Αιτιατικήσαφηνιστικούςσαφηνιστικέςσαφηνιστικά
Κλητικήσαφηνιστικοίσαφηνιστικέςσαφηνιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →