Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαχάριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη Σαχάρα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή ή προέρχεται απ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαχάριος < Σαχάρα + -ιος < αραβική صحارى (ṣaḥārā), πληθυντικός αριθμός του صحراء (ṣaḥrā: έρημος) < ρίζα ص ح ر (ṣ-ḥ-r)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαχάριοςσαχάριασαχάριο
Γενικήσαχάριουσαχάριαςσαχάριου
Αιτιατικήσαχάριοσαχάριασαχάριο
Κλητικήσαχάριεσαχάριασαχάριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσαχάριοισαχάριεςσαχάρια
Γενικήσαχάριωνσαχάριωνσαχάριων
Αιτιατικήσαχάριουςσαχάριεςσαχάρια
Κλητικήσαχάριοισαχάριεςσαχάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →