σαχλίτσα
•
- μικρή σάχλα, σαχλαμαρίτσα Βικιλεξικό
- μεταφορικά, (κυρίως στον πληθυντικό) λόγια ή πράξεις με παιχνιδιάρικη διάθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαχλίτσα < σάχλα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαχλίτσα | σαχλίτσες |
| Γενική | σαχλίτσας | — |
| Αιτιατική | σαχλίτσα | σαχλίτσες |
| Κλητική | σαχλίτσα | σαχλίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →