Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαχλίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μικρή σάχλα, σαχλαμαρίτσα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικά, (κυρίως στον πληθυντικό) λόγια ή πράξεις με παιχνιδιάρικη διάθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαχλίτσα < σάχλα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαχλίτσασαχλίτσες
Γενικήσαχλίτσας—
Αιτιατικήσαχλίτσασαχλίτσες
Κλητικήσαχλίτσασαχλίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →