σαχλαμάρα
•
- λόγος ή πράξη που λογίζεται ως σαχλή, ανόητη ή στερουμένη σοβαρότητος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαχλαμάρα < σαχλ(ός) + -αμάρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαχλαμάρα | σαχλαμάρες |
| Γενική | σαχλαμάρας | σαχλαμαρών |
| Αιτιατική | σαχλαμάρα | σαχλαμάρες |
| Κλητική | σαχλαμάρα | σαχλαμάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →