σαχλαμαρίζω
•
- κάνω ή λέω σαχλαμάρες, περνάω τον καιρό μου άσκοπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαχλαμαρίζω < σαχλαμάρα +-ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαχλαμαρίζω | σαχλαμαρίζεις | σαχλαμαρίζει | σαχλαμαρίζουμε | σαχλαμαρίζετε | σαχλαμαρίζουν / σαχλαμαρίζουνε |
| Παρατατικός | σαχλαμάριζα | σαχλαμάριζες | σαχλαμάριζε | σαχλαμαρίζαμε | σαχλαμαρίζατε | σαχλαμάριζαν / σαχλαμαρίζαν / σαχλαμαρίζανε |
| Αόριστος | σαχλαμάρισα | σαχλαμάρισες | σαχλαμάρισε | σαχλαμαρίσαμε | σαχλαμαρίσατε | σαχλαμάρισαν / σαχλαμαρίσαν / σαχλαμαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα σαχλαμαρίζω / θα σαχλαμαρίσω | θα σαχλαμαρίζεις / θα σαχλαμαρίσεις | θα σαχλαμαρίζει / θα σαχλαμαρίσει | θα σαχλαμαρίζουμε / θα σαχλαμαρίσουμε | θα σαχλαμαρίζετε / θα σαχλαμαρίσετε | θα σαχλαμαρίζουν / θα σαχλαμαρίζουνε / θα σαχλαμαρίσουν / θα σαχλαμαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαχλαμαρίσει | έχεις σαχλαμαρίσει | έχει σαχλαμαρίσει | έχουμε σαχλαμαρίσει | έχετε σαχλαμαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαχλαμαρίσει | είχες σαχλαμαρίσει | είχε σαχλαμαρίσει | είχαμε σαχλαμαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαχλαμαρίσει / να σαχλαμαρίζω / να σαχλαμαρίσω | να έχεις σαχλαμαρίσει / να σαχλαμαρίζεις / να σαχλαμαρίσεις | να έχει σαχλαμαρίσει / να σαχλαμαρίζει / να σαχλαμαρίσει | να έχουμε σαχλαμαρίσει / να σαχλαμαρίζουμε / να σαχλαμαρίσουμε | να έχετε σαχλαμαρίσει / να σαχλαμαρίζετε / να σαχλαμαρίσετε | να σαχλαμαρίζουν / να σαχλαμαρίζουνε / να σαχλαμαρίσουν / να σαχλαμαρίσουνε |
| Προστακτική | — | σαχλαμάριζε / σαχλαμάρισε | — | — | σαχλαμαρίζετε / σαχλαμαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →