σαχνισί
•
- αρχιτεκτονικήσκεπαστός εξώστης σε πρόβολο κλεισμένος ολόγυρα με τζάμια, αρχιτεκτονικό στοιχείο σπιτιών της εποχής της Τουρκοκρατίας Βικιλεξικό
- Βρῆκε τὸ δάσκαλο […] στὸ σαχνισὶ τοῦ σπιτιοῦ. (Π.Σ. Δέλτα, Παραμύθι χωρὶς ὄνομα, 1910)
Ετυμολογία
σαχνισί < τουρκική şahnişin < περσική شاه نشين (shah nishin, κατοικία σάχη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαχνισί | σαχνισιά |
| Γενική | σαχνισιού | σαχνισιών |
| Αιτιατική | σαχνισί | σαχνισιά |
| Κλητική | σαχνισί | σαχνισιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →