Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαψαλιάζω

/sa.psaˈʎa.zo/ρήμα
•
  1. σπάω, θρυμματίζω κάτι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεξουθενώνομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαψαλιάζω < σάψαλ(ο) + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσαψαλιάζωσαψαλιάζειςσαψαλιάζεισαψαλιάζουμεσαψαλιάζετεσαψαλιάζουν / σαψαλιάζουνε
Παρατατικόςσαψάλιαζασαψάλιαζεςσαψάλιαζεσαψαλιάζαμεσαψαλιάζατεσαψάλιαζαν / σαψαλιάζαν / σαψαλιάζανε
Αόριστοςσαψάλιασασαψάλιασεςσαψάλιασεσαψαλιάσαμεσαψαλιάσατεσαψάλιασαν / σαψαλιάσαν / σαψαλιάσανε
Μέλλονταςθα σαψαλιάζω / θα σαψαλιάσωθα σαψαλιάζεις / θα σαψαλιάσειςθα σαψαλιάζει / θα σαψαλιάσειθα σαψαλιάζουμε / θα σαψαλιάσουμεθα σαψαλιάζετε / θα σαψαλιάσετεθα σαψαλιάζουν / θα σαψαλιάζουνε / θα σαψαλιάσουν / θα σαψαλιάσουνε
Παρακείμενοςέχω σαψαλιάσειέχεις σαψαλιάσειέχει σαψαλιάσειέχουμε σαψαλιάσειέχετε σαψαλιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σαψαλιάσειείχες σαψαλιάσειείχε σαψαλιάσειείχαμε σαψαλιάσει——
Υποτακτικήνα έχω σαψαλιάσει / να σαψαλιάζω / να σαψαλιάσωνα έχεις σαψαλιάσει / να σαψαλιάζεις / να σαψαλιάσειςνα έχει σαψαλιάσει / να σαψαλιάζει / να σαψαλιάσεινα έχουμε σαψαλιάσει / να σαψαλιάζουμε / να σαψαλιάσουμενα έχετε σαψαλιάσει / να σαψαλιάζετε / να σαψαλιάσετενα σαψαλιάζουν / να σαψαλιάζουνε / να σαψαλιάσουν / να σαψαλιάσουνε
Προστακτική—σαψάλιαζε / σαψάλιασε——σαψαλιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

σαψαλιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →