σαψαλιάζω
•
- σπάω, θρυμματίζω κάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξουθενώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαψαλιάζω < σάψαλ(ο) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαψαλιάζω | σαψαλιάζεις | σαψαλιάζει | σαψαλιάζουμε | σαψαλιάζετε | σαψαλιάζουν / σαψαλιάζουνε |
| Παρατατικός | σαψάλιαζα | σαψάλιαζες | σαψάλιαζε | σαψαλιάζαμε | σαψαλιάζατε | σαψάλιαζαν / σαψαλιάζαν / σαψαλιάζανε |
| Αόριστος | σαψάλιασα | σαψάλιασες | σαψάλιασε | σαψαλιάσαμε | σαψαλιάσατε | σαψάλιασαν / σαψαλιάσαν / σαψαλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα σαψαλιάζω / θα σαψαλιάσω | θα σαψαλιάζεις / θα σαψαλιάσεις | θα σαψαλιάζει / θα σαψαλιάσει | θα σαψαλιάζουμε / θα σαψαλιάσουμε | θα σαψαλιάζετε / θα σαψαλιάσετε | θα σαψαλιάζουν / θα σαψαλιάζουνε / θα σαψαλιάσουν / θα σαψαλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαψαλιάσει | έχεις σαψαλιάσει | έχει σαψαλιάσει | έχουμε σαψαλιάσει | έχετε σαψαλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαψαλιάσει | είχες σαψαλιάσει | είχε σαψαλιάσει | είχαμε σαψαλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαψαλιάσει / να σαψαλιάζω / να σαψαλιάσω | να έχεις σαψαλιάσει / να σαψαλιάζεις / να σαψαλιάσεις | να έχει σαψαλιάσει / να σαψαλιάζει / να σαψαλιάσει | να έχουμε σαψαλιάσει / να σαψαλιάζουμε / να σαψαλιάσουμε | να έχετε σαψαλιάσει / να σαψαλιάζετε / να σαψαλιάσετε | να σαψαλιάζουν / να σαψαλιάζουνε / να σαψαλιάσουν / να σαψαλιάσουνε |
| Προστακτική | — | σαψάλιαζε / σαψάλιασε | — | — | σαψαλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σαψαλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →