σαϊτευτής
•
- αυτός που ρίχνει ένα βέλος (μια σαΐτα), ο τοξοβόλος, ο τοξότης Βικιλεξικό
- ω Φοίβε, ..., έριξες τη λύρα, κι έγινες σαϊτευτής (Κωστής Παλαμάς)
Ετυμολογία
σαϊτευτής < σαΐτεύω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαϊτευτής | σαϊτευτές |
| Γενική | σαϊτευτή | σαϊτευτών |
| Αιτιατική | σαϊτευτή | σαϊτευτές |
| Κλητική | σαϊτευτή | σαϊτευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →