σαϊτεύω
•
- χτυπώ κάποιον με σαΐτα (βέλος) Βικιλεξικό
- μεταφορικάχτυπώ κάποιον με τα βέλη του έρωτα, γοητεύω, σαγηνεύω, ξελογιάζω Βικιλεξικό
- και χέρια γοργογύριστα να ρίχνουν τη σαΐτα,
- να σαϊτεύει τα πουλιά και τά ομορφα κορίτσια.
Ετυμολογία
σαϊτεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαϊτεύω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σαγιτεύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σαϊτεύω | σαϊτεύεις | σαϊτεύει | σαϊτεύουμε | σαϊτεύετε | σαϊτεύουν / σαϊτεύουνε |
| Παρατατικός | σαΐτευα | σαΐτευες | σαΐτευε | σαϊτεύαμε | σαϊτεύατε | σαΐτευαν / σαϊτεύαν / σαϊτεύανε |
| Αόριστος | σαΐτεψα | σαΐτεψες | σαΐτεψε | σαϊτέψαμε | σαϊτέψατε | σαΐτεψαν / σαϊτέψαν / σαϊτέψανε |
| Μέλλοντας | θα σαϊτέψω / θα σαϊτεύω | θα σαϊτέψεις / θα σαϊτεύεις | θα σαϊτέψει / θα σαϊτεύει | θα σαϊτέψουμε / θα σαϊτεύουμε | θα σαϊτέψετε / θα σαϊτεύετε | θα σαϊτέψουν / θα σαϊτέψουνε / θα σαϊτεύουν / θα σαϊτεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω σαϊτέψει | έχεις σαϊτέψει | έχει σαϊτέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σαϊτέψει | είχες σαϊτέψει | είχε σαϊτέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σαϊτέψει / να σαϊτέψω / να σαϊτεύω | να έχεις σαϊτέψει / να σαϊτέψεις / να σαϊτεύεις | να έχει σαϊτέψει / να σαϊτέψει / να σαϊτεύει | να σαϊτέψουμε / να σαϊτεύουμε | να σαϊτέψετε / να σαϊτεύετε | να σαϊτέψουν / να σαϊτέψουνε / να σαϊτεύουν / να σαϊτεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε σαϊτεμένο / σαΐτευε / σαΐτεψε | — | — | σαϊτέψτε / σαϊτεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σαϊτεύτηκασαϊτεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →