Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαϊτεύω

ρήμα
•
  1. χτυπώ κάποιον με σαΐτα (βέλος) Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάχτυπώ κάποιον με τα βέλη του έρωτα, γοητεύω, σαγηνεύω, ξελογιάζω Βικιλεξικό
    • και χέρια γοργογύριστα να ρίχνουν τη σαΐτα,
    • να σαϊτεύει τα πουλιά και τά ομορφα κορίτσια.

Ετυμολογία

σαϊτεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαϊτεύω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σαγιτεύω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσαϊτεύωσαϊτεύειςσαϊτεύεισαϊτεύουμεσαϊτεύετεσαϊτεύουν / σαϊτεύουνε
Παρατατικόςσαΐτευασαΐτευεςσαΐτευεσαϊτεύαμεσαϊτεύατεσαΐτευαν / σαϊτεύαν / σαϊτεύανε
Αόριστοςσαΐτεψασαΐτεψεςσαΐτεψεσαϊτέψαμεσαϊτέψατεσαΐτεψαν / σαϊτέψαν / σαϊτέψανε
Μέλλονταςθα σαϊτέψω / θα σαϊτεύωθα σαϊτέψεις / θα σαϊτεύειςθα σαϊτέψει / θα σαϊτεύειθα σαϊτέψουμε / θα σαϊτεύουμεθα σαϊτέψετε / θα σαϊτεύετεθα σαϊτέψουν / θα σαϊτέψουνε / θα σαϊτεύουν / θα σαϊτεύουνε
Παρακείμενοςέχω σαϊτέψειέχεις σαϊτέψειέχει σαϊτέψει———
Υπερσυντέλικοςείχα σαϊτέψειείχες σαϊτέψειείχε σαϊτέψει———
Υποτακτικήνα έχω σαϊτέψει / να σαϊτέψω / να σαϊτεύωνα έχεις σαϊτέψει / να σαϊτέψεις / να σαϊτεύειςνα έχει σαϊτέψει / να σαϊτέψει / να σαϊτεύεινα σαϊτέψουμε / να σαϊτεύουμενα σαϊτέψετε / να σαϊτεύετενα σαϊτέψουν / να σαϊτέψουνε / να σαϊτεύουν / να σαϊτεύουνε
Προστακτική—έχε σαϊτεμένο / σαΐτευε / σαΐτεψε——σαϊτέψτε / σαϊτεύετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

σαϊτεύτηκασαϊτεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →