σαϊτοπόλεμος
•
- πόλεμος που επιχειρείται με σαΐτες Βικιλεξικό
- παραδοσιακό αναστάσιμο έθιμο της Καλαμάτας με πυρίτιδα που επιχειρούν οι σαϊτολόγοι (σαϊτομαχητές) Βικιλεξικό
- το έθιμο του σαϊτοπολέμου ανάγεται από τουρκοκρατίας.
Ετυμολογία
σαϊτοπόλεμος < σαΐτ(α) + -ο- + -πόλεμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαϊτοπόλεμος | σαϊτοπόλεμοι |
| Γενική | σαϊτοπόλεμου | σαϊτοπόλεμων |
| Αιτιατική | σαϊτοπόλεμο | σαϊτοπόλεμους |
| Κλητική | σαϊτοπόλεμε | σαϊτοπόλεμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →